Η ρετρό ιστορία αυτής της Τρίτης θα μας πάει σε μια γιορτή της παλιοπαρέας των έιτις, με μπισκότα, κρασί, μια καλή μαγείρισσα και πολλούς, μα πολλούς κεφτέδες! Δεν χρειάζεται να πω ότι έβρεχε. Έβρεχε και γιόρταζε ο κυρ-Στέλιος, ο πατέρας του Βαγγέλη του Πατούσα. Κάθε χρόνο την περιμέναμε με αγωνία αυτή τη μέρα, γιατί μαζευόμασταν όλη η παρέα στο σπίτι του Πατούσα και τρώγαμε τους περίφημους κεφτέδες της κυρά-Φιλιώς. Όχι πως τον άλλο καιρό δεν τους τρώγαμε, αλλά εκείνη τη μέρα, ένεκα της γιορτής, η ποσότητα ήταν πάντα αυξημένη. «Τρακόσους κεφτέδες θα φτιάξει. Την άκουσα που το έλεγε το πρωί», είχε ενημερώσει ο Πατούσας. «Ε, θα μείνουν καμιά δεκαριά και για σας», είπε ο Φώτης, που όταν άκουγε φαΐ έτρεχε κι όταν άκουγε ξύλο ...πάλι έτρεχε, γιατί έτσι ήταν η φτιάξη του. Ήταν Σάββατο και μαζευτήκαμε στο σπίτι του Πατούσα από το πρωί, τάχα για να βοηθήσουμε στις ετοιμασίες. Στο προσκλητήριο φωνάξαμε «παρών», εκτός του Πατούσα, εγώ, ο Φώτης και ο Πέτρος ο Αρμένης, ενώ απών αλλά όχι αδικαιολογήτως ήταν ο Δεμπασκαλάς που τα πρωινά του Σαββατοκύριακου έκανε μεροκάματο στον καφενέ του Μπάφα.

Φτιάξαμε καφέδες για να κάνουμε τους άντρες. Στην τελευταία τάξη του Λυκείου πηγαίναμε και ήταν οι τελευταίοι μας κεφτέδες της κυρά-Φιλιώς, γιατί από την επόμενη χρονιά ο Πατούσας έτρωγε κεφτέδες στον Παράδεισο και ο κυρ-Στέλιος έπαψε πια να γιορτάζει. Μετά τις πρώτες ρουφηξιές κι ενώ ο Φώτης έλεγε «να είχαμε κι ένα τσιγάρο τώρα», εμφανίστηκε στο σαλόνι η κυρά-Φιλιώ, μοσχομυριστή από τα φαγιά που ετοίμαζε στην κουζίνα της. «Πεταχτείτε, βρε καμάρια, μέχρι τον κυρ-Στάμο να μου φέρετε πέντε πράματα», μας είπε κι έδωσε μια λίστα και λεφτά στον Πατούσα για να πάμε στο μπακάλικο να ψωνίσουμε. Βαριόμασταν όλοι εκτός από τον Φώτη, που πάντα χαιρόταν, όχι να τον στέλνουν για θελήματα, αλλά να τον στέλνουν για θελήματα στον μπακάλη για να κλέβει μπισκότα! Το ήξερε ο κυρ-Στάμος ότι ο Φώτης βούταγε τα μπισκότα από την παλιά βιτρίνα «Παπαδοπούλου» που είχε ανάμεσα στα σακιά με τα όσπρια και τις κονσέρβες «ζβαν» και «φλόκος». Ήταν ένα σταντ με τέσσερα πλαγιαστά κουτιά με γυάλινο καπάκι, που είχαν μέσα χύμα μπισκότα «Μιράντα», «Πτι-Μπερ», «Κανέλας» και «Κριμ Κράκερς».

Ο Πατούσας πάντα αγόραζε «Πτι-Μπερ», γιατί μετά πηγαίναμε σπίτι του και η μάνα του μας έβαζε ένα λουκούμι ανάμεσα σε δυο «Πτι-Μπερ», φτιάχνοντας μπισκοτολούκουμα, τα οποία ήταν εξίσου διάσημα με τους κεφτέδες της. Εγώ πάντα αγόραζα «Κανέλας». Ο Πέτρος αγόραζε «Μιράντα». Ο Φώτης ...έκλεβε «Κριμ Κράκερς». Απορίας άξιον, μέχρι να μας λύσει την απορία όταν ο Πέτρος τον ρώτησε, όχι γιατί κλέβει μπισκότα, αλλά γιατί κλέβει «Κριμ Κράκερς». «Καλά ρε, δίαιτα κάνεις; Τι διάβολο τρως από δαύτα, αφού δεν είναι γλυκά;», απόρησε κι ο Φώτης απάντησε αφοπλιστικά: «Είναι τα πιο μεγάλα»!

Μια φορά ο κυρ-Στάμος τον ρώτησε επίσης ευθέως: «Ρε σαϊτάν, γιατί το βούτηξες το μπισκότο; Νομίζεις πως δεν σε βλέπω;». Ο Φώτης απάντησε επίσης αφοπλιστικά: «Δεν το βούτηξα, κυρ-Στάμο. Το δοκίμασα, μπας και είναι μπαγιάτικο και βρεις κανέναν μπελά». Ο κυρ-Στάμος χαμογέλασε κάτω από το μουστάκι του. «Καλά, και το δεύτερο γιατί το τσούρνεψες;», τον ματαρώτησε. «Ήταν το πρώτο μπαγιάτικο, κυρ-Στάμο κι είπα να δω μην είναι όλη η παρτίδα». Δεν ήταν... Ο κυρ-Στάμος του είπε «τότε να σε προσλάβω για δοκιμαστή, ρε μπαγάσα» και πρόσθεσε πως «όποτε θέλεις μπισκότο να μου ζητάς και να σου δίνω». Όμως, ο Φώτης, που είχε εθισμό στην κλεψιά, πάντα περίμενε να γυρίσει την πλάτη ο κυρ-Στάμος για να βουτήξει τα μπισκότα του. «Άμα τα κλέβεις είναι πιο γλυκά», μας έλεγε. Προφανώς γι΄ αυτό έκλεβε «Κριμ Κράκερς». Για να μην πάθει ζάχαρο από την πολλή γλύκα...

Εκείνη τη μέρα, αφού τελειώσαμε τα ...ψώνια μας, ο Φώτης βγήκε από το μπακάλικο έχοντας γεμίσει την τσέπη «Κριμ Κράκερς». Στην πρώτη μπουκιά, όμως, έφτυσε το μπισκότο: «Φτου, μπαγιάτικα», είπε κι ήταν η τελευταία φορά που είδαμε τη βιτρίνα «Παπαδοπούλου» στου κυρ-Στάμου. Η εποχή των χύμα μπισκότων είχε τελειώσει κι ο Φώτης έβρισκε νέο μπελά: «Πού διάβολο θα κρύβω τώρα ολόκληρο πακέτο; Άσε που είναι και κόκκινα και μεγάλα αυτά. Μπαμ θα κάνουν...».

Γυρίσαμε στο σπίτι του Πατούσα και πήραμε θέση για ν΄ αρχίσουμε να τρώμε τους κεφτέδες, τάχα για να τους δοκιμάσουμε, μόλις βγαίνανε από το τηγάνι. «Καλούς τους έκανα; Μήπως μου ξέφυγαν στο αλάτι; Μην ήθελαν κι άλλο δυόσμο;», μας ρώταγε η κυρά-Φιλιώ για να την παινέψουμε, αλλά δεν την παίνευε κανείς γιατί όλοι ήμασταν μπουκωμένοι. «Βάλε και λίγο κρασί, ρε Βαγγέλη», έλεγε ο Φώτης στον Πατούσα, που δεν τον λέγαμε Πατούσα μπροστά στη μάνα του. Ήρθε μετά κι ο κυρ-Στέλιος ο εορταζόμενος, μαζί με τον Σαυρογιώργη, τον πατέρα του Φώτη και κάτσαμε όλοι μαζί στην τραπεζαρία, με την κυρά-Φιλιώ να κουβαλάει μεζέδες και το κουδούνι να βαράει κάθε τρεις και λίγο, αφού η παράδοση ήθελε να μαζεύονται όλοι στο σπίτι του Πατούσα μόλις σχολάγανε από τις δουλειές τους. ΟΜαστρομανέλος με τον Πέτρο της Κουφής, πάντως, που ήταν γνωστά κοπρόσκυλα, δεν ήρθαν μόλις σχολάσανε από τις δουλειές τους, αλλά μόλις σχόλασε από τη δική του δουλειά ο Μπάφας ο καφετζής. Μόλις έκλεισε τον καφενέ, δηλαδή. Μαζί με την τριάδα ήρθε κι ο Δεμπασκαλάς, ο οποίος ενημερώθηκε -εννοείται ψευδώς- από τον Φώτη ότι «μόλις τέλειωσαν οι κεφτέδες», τους οποίους είχε τοποθετήσει με την πιατέλα μπροστά στα πόδια του, κάτω από το ύψος του τραπεζιού για να μη φαίνονται. «Δεν πας καλά», του είπε ο Δεμπασκαλάς, ο οποίος συμπλήρωσε δείχνοντας τον Μαστρομανέλο και τον Πέτρο της Κουφής πως «δεν πάνε καλά», εννοώντας πως πάλι είχαν πιει μια λίμνη κρασί στον καφενέ και πως ήρθαν εδώ για να συνεχίσουν τα ...αποστραγγιστικά έργα.

Κάποια στιγμή νωρίς το απόγευμα, ενώ το βουνό από τους κεφτέδες άρχισε να χάνει ύψος αισθητά, χτύπησε η πόρτα κι εμφανίστηκε ο παπα-Νίκος. Άλλη μπεκροκανάτα κι αυτός. «Ήρθα να ευχηθώ και θα φύγω αμέσως, γιατί έχω εσπερινό», ενημέρωσε μόλις κάθισε στο τραπέζι και ...δεν ξανασηκώθηκε. «Παπά, θα σου έλεγα να πάρεις κανέναν κεφτέ, αλλά είναι Σαρακοστή και νηστεύεις εσύ», του είπε ο Φώτης για να γλιτώσει κανέναν κεφτέ, αλλά ο παπα-Νίκος, ούτε νήστευε ούτε Θεό πίστευε. «Ε, μέρα που είναι, θα δοκιμάσω ένα κεφτεδάκι», είπε κι άρχισε να χλαπακιάζει κι αυτός. Οι κανάτες με το κρασί άρχισαν να γεμίζουν και να αδειάζουν επικίνδυνα, η πιατέλα με τους κεφτέδες επίσης και κάποια στιγμή γύρισε ο παπάς στο μέρος μας και είπε: «Σύρετε μέχρι την εκκλησία να βαρήσετε την καμπάνα κι έρχομαι κι εγώ». Σύραμε...

Κι όταν γυρίσαμε, ο παπα-Νίκος ήταν πάλι εκεί, στη θέση του, δοκιμάζοντας ακόμα έναν κεφτέ και κάνοντας σχέδια με το κρασοπότηρο. Το γέμιζε ως τη μέση, το έπιανε στραβά με τα ακροδάχτυλα, το τούμπαρε ανάποδα, δεν χυνόταν σταγόνα και μετά χυνόταν όλο μαζί, «καραμελάτο» έλεγε, στο λαρύγγι του. «Πέτρο, απόψε θα πάμε στα μπουζούκια», είπε στον Πέτρο της Κουφής και μας φάνηκε σαν να μασάει και τα λόγια του μαζί με τους κεφτέδες. «Έχουμε πιει πολύ, παπά μου. Ποιος θα οδηγήσει;», προσπάθησε να βάλει τάξη ο κυρ-Στέλιος που ήταν ο πιο συνετός, αλλά ο Μαστρομανέλος άκουγε ήδη τα τέλια μέσα στο κεφάλι του: «Το ζητάει μια φορά ο παπάς και δεν θα πάμε; Θα οδηγήσω εγώ. Είπα». Είπε, αλλά δεν οδήγησε...

Κανείς τους δεν οδήγησε. Όταν η κατάσταση έφτασε στο μη παρέκει, η κυρά-Φιλιώ πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του Μαστρομανέλου να έρθει να τον μαζέψει «μην πέσει πουθενά και χτυπήσει, Πολυξένη μου, ξέρεις τώρα εσύ», ενώ ο Πέτρος ο Αρμένης ανέλαβε να πάει σπίτι τον νονό του, τον Πέτρο της Κουφής. Όσο για τον παπά; Όχι μόνο δεν πήγε για τον εσπερινό, αλλά δημιούργησε κι εχθρούς. Τονκυρ-Νίκο τον Κολλαμία τον καντηλανάφτη και τη Δωροθέα τη Ζαβή, η οποία ήταν η μοναδική που ξεπόρτισε με τέτοιο καιρό, για να πάει σβαρνώντας με το «πι» στην εκκλησία. «Μα να πάω εγώ και να μην έρθει ο παπάς; Πού ακούστηκε; Θα ρίξει φωτιά και θα τον κάψει τον θεομπαίχτη», έλεγε στη γειτονιά για τον παπα-Νίκο την επομένη, ενώ ο κυρ-Νίκος ο Κολλαμίας, που περίμενε στην εκκλησία μαζί με τη Δωροθέα της Ζαβή να πάει ο παπάς να λειτουργήσει, είχε άλλον νταλκά: «Καθόμουν εγώ και μου πιπίλαγε το μυαλό η Ζαβή κι εσείς χλαπακιάζατε κεφτέδες».

Τον παπά τον έχασε κι η παπαδιά, που βγήκε κι αυτή στη βροχή να τον αναζητήσει, πριν προλάβει να της τηλεφωνήσει η κυρά-Φιλιώ. Έμαθε για τα χάλια του από τον Πέτρο τον Αρμένη, όταν τον συνάντησε στο σοκάκι να κουβαλάει τον Πέτρο της Κουφής στο σπίτι του. Ήρθε κι αυτή μετά στου Πατούσα για να τον περιμαζέψει, αλλά κάτι τέτοιο ήταν τεχνικώς αδύνατον. Ο παπάς, θεόρατος καθώς ήταν, ψηλός και με μια κοιλιά σαν του Πόλντο από τον Ποπάι, δεν ξεκουβαλιόταν ούτε με γερανό. «Κάτσε, παπαδιά, στην παρέα μας. Τον παπά τον έβαλα να ξαπλώσει στο κρεβάτι του Βαγγέλη. Του ΄ψησα κι έναν πικρό καφέ για να συνέλθει. Κάτσε να τσιμπήσουμε. Γιορτή είναι σήμερα, το τραπέζι μένει στρωμένο», της είπε η κυρά-Φιλιώ και κάτσαμε -όσοι είχαμε περισσέψει- να φάμε -όσα είχαν περισσέψει- παρέα με την παπαδιά. Άλλο πάλι και τούτο...

Κεφτέδες δεν είχαν περισσέψει. Για κανέναν εκτός από τον Φώτη. Δεν ξέρω πού τους είχε καταχωνιάσει τους τελευταίους, αλλά όλο μ΄ έναν κεφτέ στο στόμα τον έβλεπα πολύ ώρα μετά που τέλειωσαν (για τους υπόλοιπους). Πάντως, κι εμείς δεν μείναμε παραπονεμένοι. Τόσα μπισκοτολούκουμα μαζεμένα, δεν έχω ματαξαναφάει από τότε...

Μέχρι να ξεχάσω τους κεφτέδες της μάνας του Πατούσα και τον Πατούσα τον ίδιο, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...

Υ.Γ.: Για να μην ξεχνιόμαστε, για το μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου, αλλά και για ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.

Διάβασε περισσότερα στο: Ο Πόλντο και τα …μπισκοτολούκουμα! | gazzetta.gr 
Follow us: @gazzetta_gr on Twitter | gazzetta.gr on Facebook